ρόμπα

ρόμπα
η халат (домашний)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ρόμπα" в других словарях:

  • ρόμπα — η, Ν 1. πρόχειρο ριχτό γυναικείο φόρεμα 2. γυναικείο εξωτερικό φόρεμα σπιτιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. roba < αρχ. γερμ. rauba] …   Dictionary of Greek

  • ρόμπα — η (λ. ιταλ.) 1. γυναικείο εξωτερικό ρούχο για το σπίτι. 2. μακρύ αντρικό ρούχο για την κρεβατοκάμαρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπουρνούζι — Λέξη που προέρχεται από την αραβική μπουρνούζ και σημαίνει την τοπική ενδυμασία των Αράβων της Β. Αφρικής. Αποτελείται από τετράγωνο ύφασμα με τρία ανοίγματα, ένα για το κεφάλι και δύο για τα χέρια. Μ. λέγεται στην Ελλάδα και πετσετέ ένδυμα σαν… …   Dictionary of Greek

  • πενιουάρ — το άκλ. 1. είδος μικρής μπέρτας από λεπτό ύφασμα που ρίχνουν οι γυναίκες στους ώμους όταν χτενίζονται 2. κοντό ή μακρύ ελαφρό ένδυμα για το σπίτι, ρόμπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. peignoir «πρωινό ένδυμα γυναικών» < γαλλ. peigner «χτενίζω» < λατ …   Dictionary of Greek

  • ποδιά — η, Ν 1. περίζωμα, κομμάτι υφάσματος, δέρματος, πλαστικού που καλύπτει το μπροστινό μέρος τού σώματος, από το στήθος ή τη μέση ώς τα γόνατα, και δένεται πίσω με ζώνη, για να προστατεύει από λερώματα κατά την ώρα τής εργασίας (α. «ποδιά τής… …   Dictionary of Greek

  • ρομπ ντε σάμπρ — η, Ν άκλ. γυναικείο φόρεμα σπιτιού, γνωστό και με τη λόγια ονομασία κοιτωνίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. robe de chambre «ρόμπα δωματίου»] …   Dictionary of Greek

  • ρουμπί — (I) το, Ν ναυτ. βίαιος χειρισμός για πλήρη περιστροφή ιστιοφόρου πλοίου, ώστε αυτό να επανέλθει στη γραμμή πλεύσης. (II) το, Ν μικρό κομμάτι ύφασμα, κουρέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. τού ρόμπα]. (III) το, Ν άκλ. το ρουμπινί χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν.… …   Dictionary of Greek

  • κιμονό — το (άκλ., λ. ιαπων.) 1. μακρύ φόρεμα που φορούν οι γυναίκες στην Ιαπωνία. 2. γυναικεία ρόμπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπουρνούζι — το ιού (λ. τουρκ.), μπαμπακερή και απορροφητική μακριά ρόμπα που τη φορούν μετά το λουτρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»